ξεκόλλημα

ξεκόλλημα
το , ξεκόλλημός ο
1) отклеивание; отдирание; 2) отпадение, отваливание; осыпание, осыпка (штукатурки); 3) распаивание

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "ξεκόλλημα" в других словарях:

  • ξεκόλλημα — το αποχωρισμός κολλημένων μεταξύ τους πραγμάτων, αποκόλληση, απόσπαση …   Dictionary of Greek

  • ξεκόλλημα — το, ατος ο χωρισμός, η αποσύνδεση κολλημένων πραγμάτων, η αποκόλληση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • συντήρηση — Στην καλλιτεχνική ορολογία ο όρος σημαίνει την επέμβαση που γίνεται με οποιονδήποτε τρόπο για να παρατείνει τη ζωή ενός έργου τέχνης και να αποκαταστήσει στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό την αρχική του μορφή. Η βάση επομένως της εργασίας της σ. είναι… …   Dictionary of Greek

  • αποκόλληση — Παθολογικός αποχωρισμός ιστών στα μέρη με τα οποία συνδέονται ή συμφύονται φυσιολογικά. Οι α. μπορεί να παρατηρηθούν σε διάφορα σημεία του οργανισμού, στο δέρμα, στο περιόστεο κλπ. α. των επιφύσεων στα παιδιά.Πάθηση κατά την οποία προκαλείται… …   Dictionary of Greek

  • αποκόλληση — η το ξεκόλλημα: Έπαθε αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»